Η κλιματική αλλαγή αποτελεί αναμενόμενη μεταβολή με επιπτώσεις σε όλους τους πολίτες της Ε.Ε., όπως εξηγεί ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Θεοφάνης Γέμτος. Η αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας αναμένεται να εντείνει τα ακραία καιρικά φαινόμενα, να μεταβάλει τα επίπεδα βροχόπτωσης από πλημμύρες και διάβρωση εδαφών έως πιο σπάνιες βροχές σε μεσογειακές χώρες και να επιφέρει άνοδο της στάθμης της θάλασσας λόγω της υψηλότερης συγκέντρωσης CO₂ στην ατμόσφαιρα.
Επιπτώσεις στη γεωργία
Στις βόρειες χώρες της Ε.Ε, η αύξηση της θερμοκρασίας θα παρατείνει τη βλαστική περίοδο και θα επιτρέψει την καλλιέργεια νέων ειδών, ενώ στις νότιες, όπως η Ελλάδα, η μείωση των βροχών και τα περισσότερα κύματα καύσωνα θα δυσχεράνουν την άρδευση. Ήδη τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρείται πτώση των αποδόσεων των αρδευόμενων καλλιεργειών, και χωρίς κατασκευή νέων ταμιευτήρων όπως προτείνει το ΣΔΛΑΠ και το ΣΔΚΠ και χωρίς αξιοποίηση της υδροηλεκτρικής ενέργειας, η κατάσταση θα επιδεινωθεί.
Η άνοδος της θαλάσσιας στάθμης θα πλημμυρίσει παράκτιες, χαμηλού υψομέτρου ζώνες. Η αύξηση του CO₂ μπορεί να ωφελήσει τα C3 φυτά (π.χ. χειμερινά σιτηρά) βελτιώνοντας τις αποδόσεις, αλλά δεν αναμένεται να επηρεάσει τα C4 (π.χ. καλαμπόκι), καθώς αυτά έχουν διαφορετικό φωτοσυνθετικό κύκλο και μειώνουν τις απώλειες νερού όταν τα στομάτια των φύλλων κλείνουν.
Περιοχές όπως η Θεσσαλία διατρέχουν κίνδυνο ερημοποίησης, με ερημοποίηση να ορίζεται η απώλεια γονιμότητας εδάφους και φυσικών πόρων (κυρίως νερού), που ωθεί τους κατοίκους στην εγκατάλειψη των τόπων τους. Για να αποφευχθεί η μετακίνηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού στην Αττική, χρειάζεται άμεσα δημιουργία ταμιευτήρων σε ορεινές λεκάνες, προστασία των υπόγειων υδροφορέων και προσαρμογή των καλλιεργητικών πρακτικών. Ο κ. Γέμτος προτείνει ότι η νέα ΚΑΠ θα πρέπει να στηρίξει στοχευμένες επιδοτήσεις για γρήγορη προσαρμογή.
Εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τη γεωργία
Ο γεωργικός τομέας συνεισφέρει στο 12% των εκπομπών της Ε.Ε. (στοιχεία 2016). Από το 1990 έως το 2010 οι εκπομπές του κλάδου μειώθηκαν κατά 22% έκτοτε παρέμειναν σταθερές. Η διάρθρωσή τους είναι: 39% μεθάνιο από μηρυκαστικά, 32% από τα εδάφη (μετασχηματισμός γης, χρήση μηχανημάτων), 14% από γεωργικές δραστηριότητες και 13% από διαχείριση κοπριάς.
Η μείωση του μεθανίου από τα μηρυκαστικά απαιτεί αλλαγή διατροφικών συνηθειών μείωση κατανάλωσης κόκκινου κρέατος κάτι που θα συνεισφέρει και στη μείωση συνολικής σπατάλης τροφής (7 kg ζωοτροφής για 1 kg κρέατος). Ωστόσο, τα μηρυκαστικά αξιοποιούν κυτταρινούχο υλικό που ο άνθρωπος δεν μπορεί να μεταβολίσει. Άλλες πηγές εκπομπών γεωργίας μπορούν να μειωθούν μέσω ορθής διαχείρισης των αγροκτημάτων και επιδοτήσεων που ενισχύουν την προσαρμογή στις νέες συνθήκες.