Κόσμος |

01.08.25 11:20

Τραμπ: Νέο Δόγμα Δασμών και Στρατηγικό Παιχνίδι με την Κίνα

Οι ΗΠΑ επιβάλλουν δασμούς 10–41%, με Ταϊβάν στο 20%, Καναδά στο 35%, Ινδία 25% και Ελβετία 39%, ενώ μόνο χώρες με πλεόνασμα παραμένουν στο 10%.

An alt text
Newsroom

Ο Ντόναλντ Τραμπ αλλάζει ριζικά την παγκόσμια οικονομική στρατηγική των ΗΠΑ, επιβάλλοντας δασμούς που κυμαίνονται από 10% έως 41% σε δεκάδες εμπορικούς εταίρους, με στόχο τη μείωση του ελλείμματος, την αύξηση των δημοσίων εσόδων και τη στοχοποίηση αντιπάλων όπως η Κίνα.

Συγκεκριμένα, η Ταϊβάν επιβαρύνεται πλέον με δασμό 20% στους ημιαγωγούς, ο Καναδάς βλέπει αύξηση από 25% σε 35%, ενώ η Ινδία πληρώνει 25% και η Ελβετία 39%. Οι χώρες με πλεόνασμα έναντι των ΗΠΑ κρατούν το 10%, ενώ όσες δεν έχουν υπογράψει συμφωνίες κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με ακόμα υψηλότερους συντελεστές.

Ένας κυβερνητικός αξιωματούχος τονίζει ότι «αφήνουμε πίσω την εποχή της αποτελεσματικότητας με κάθε κόστος και προχωράμε σε ένα δίκαιο, ισόρροπο εμπόριο».

Πέρα από την αντιμετώπιση του ελλείμματος, το μέτρο στοχεύει γεωπολιτικά την Κίνα. Κατά τις διαπραγματεύσεις στη Στοκχόλμη, ο ΥΠΟΙΚ των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ απαίτησε από τον Κινέζο ομόλογό του Χε Λιφένγκ να σταματήσει τη χρηματοδότηση του πολέμου του Πούτιν στην Ουκρανία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι σημαντική ελάφρυνση δασμών θα δοθεί μόνο εφόσον η Κίνα απομακρυνθεί από τη Μόσχα.

Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον εξετάζει «δευτερογενείς κυρώσεις» με δασμούς έως 500% σε κράτη που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο, όπως η Κίνα και η Ινδία.

Ο Τραμπ μάλιστα επανέφερε το «χαρτί Νίξον» στην Κίνα, άρει την απαγόρευση πώλησης του high-end τσιπ H20 της Nvidia στο Πεκίνο και φέρεται να απέτρεψε στάση του προέδρου της Ταϊβάν στις ΗΠΑ, ανοίγοντας τον δρόμο για διπλωματικές παραχωρήσεις προς την Ταϊβάν με αντάλλαγμα συμφωνία με την Κίνα.

Παρά την ανησυχία των «γερακιών» στην Ουάσιγκτον για τους κινδύνους στην τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ, ο Τραμπ δείχνει αποφασισμένος να φτάσει στη «μεγάλη συμφωνία».

Στα χρηματιστήρια οι αντιδράσεις ήταν συγκρατημένες: η Wall Street υποχώρησε ελαφρά, το δολάριο ενισχύθηκε, αλλά οι αμερικανικές εταιρείες στέλνουν σήματα συναγερμού. Ο Τζέικ Κόλβιν από το National Foreign Trade Council προειδοποιεί ότι «οι υψηλότεροι δασμοί από τη Μεγάλη Ύφεση καθιστούν τις επιχειρήσεις λιγότερο ανταγωνιστικές και τους καταναλωτές φτωχότερους».

Ο Τραμπ διευκρινίζει ότι αυτοί οι δασμοί δεν είναι προσωρινοί, αλλά το νέο καθεστώς.

Μερικοί εταίροι, όπως η Βρετανία, η Ε.Ε., η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, εξαιρούνται χάρη σε πρόσφατες συμφωνίες. Αντίθετα, ο Καναδάς υπέστη αυξημένους δασμούς στο 35%, αποτέλεσμα της απόφασης του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ να αναγνωρίσει παλαιστινιακό κράτος.

Στο βάθος αυτής της στροφής κρύβεται η μεταμόρφωση της αμερικανικής οικονομίας: οι δασμοί χρηματοδοτούν φοροαπαλλαγές στο εσωτερικό και γίνονται εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, συγκεντρώνοντας εξουσία στην προεδρία, όπλοποιώντας το εμπόριο και αναδιαμορφώνοντας την παγκόσμια τάξη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιοι θα προσαρμοστούν και ποιοι θα επωμιστούν το κόστος.