Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, επιδιώκει ένα «διπλωματικό πραξικόπημα» με τη διοργάνωση διάσκεψης στη Νέα Υόρκη, όπου χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Αυστραλία, το Βέλγιο, η Πορτογαλία, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα και η Ανδόρα αναμένεται να αναγνωρίσουν παλαιστινιακό κράτος. Η πρωτοβουλία παρουσιάζεται από γαλλικούς κύκλους ως «διπλωματική νίκη» και στόχο έχει να ασκήσει πίεση στο Ισραήλ και στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, που συνεχίζει να στηρίζει τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στον πόλεμο στη Γάζα.
Ωστόσο, μεγάλες δυνάμεις όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Ελλάδα και η Ολλανδία δεν συμμετέχουν. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δεν θα παραστεί καν, ενώ η Τζόρτζια Μελόνι χαρακτήρισε «άχρηστη» την αναγνώριση πριν την ίδρυση κράτους. Το Ηνωμένο Βασίλειο επίσης τηρεί αποστάσεις, με τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ να αποφεύγει τη συνάντηση και να στέλνει αντ’ αυτού τον αντιπρόεδρο και την υπουργό Εξωτερικών.
Η διάσκεψη εκλαμβάνεται ως μια κίνηση υψηλού συμβολισμού που δύσκολα θα αλλάξει την πραγματικότητα στο πεδίο, καθώς ο ισραηλινός στρατός συνεχίζει την προέλασή του στη Γάζα. Διπλωμάτες παραδέχονται ότι, όσο οι ΗΠΑ στηρίζουν σθεναρά το Ισραήλ, οι πιθανότητες πραγματικής αλλαγής είναι ελάχιστες. Παρ’ όλα αυτά, παρατηρητές επισημαίνουν πως η κίνηση του Μακρόν δημιουργεί κρίσιμη καμπή στις σχέσεις Ευρώπης–Ισραήλ, ειδικά μετά τις πρώτες κυρώσεις και εμπορικά μέτρα που συζητούνται στις Βρυξέλλες.
Το Παρίσι θεωρεί την έντονη αντίδραση του Τελ Αβίβ και της Ουάσινγκτον ως απόδειξη ότι οι πιέσεις αποδίδουν, ενώ αναλυτές θυμίζουν τον ρόλο της Γαλλίας το 2003 απέναντι στις ΗΠΑ για το Ιράκ. Ωστόσο, όπως παραδέχονται ακόμη και πρώην Γάλλοι διπλωμάτες, η πρωτοβουλία μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο μια ιστορική στιγμή συμβολισμού παρά μια ουσιαστική αλλαγή στην πορεία του πολέμου.