Η κοινή συνέντευξη Τύπου του Ντόναλντ Τραμπ και της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στη Σκωτία σήμανε συμφωνία για δασμούς: οι ΗΠΑ θα επιβάλουν 15% σε ευρωπαϊκά προϊόντα, ενώ η ΕΕ απέφυγε τελικά το ενδεχόμενο 30% που είχε απειλήσει ο Αμερικανός πρόεδρος.
Παρά την αποφυγή περαιτέρω κλιμάκωσης, επιχειρηματίες και αναλυτές επιφυλάσσονται. Σύμφωνα με τη Neue Zürcher Zeitung, «η συμφωνία είναι μονόπλευρη»: οι ΗΠΑ αυξάνουν τους δασμούς εισαγωγής σε 15%, ενώ η ΕΕ κατά όσα αναφέρει ο Τραμπ θα αγοράσει αμερικανικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, άλλο στρατιωτικό εξοπλισμό και θα ενθαρρύνει επενδύσεις αμερικανικών εταιρειών. Σε αντάλλαγμα, η ΕΕ λαμβάνει μερικές εξαιρέσεις για βασικά προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου (δασμός 50%) και τη δέσμευση του Τραμπ να μην αυξήσει ξανά τους δασμούς.
Συγκεκριμένα, η ΕΕ υποχρεώνεται να προσελκύσει 600 δισ. $ επενδύσεων αμερικανικών γιγάντων και να δαπανήσει κάθε χρόνο 250 δισ. $ σε αμερικανικό πετρέλαιο και αέριο από το 2026 έως το 2028 – συνολικά 750 δισ. $. Για σύγκριση, το 2024 η Ευρώπη πλήρωσε 441 δισ. $ για όλες τις ενεργειακές εισαγωγές της, συμπεριλαμβανομένης της Νορβηγίας και άλλων χωρών.
Η γερμανική Bild χαρακτηρίζει «σαφή νίκη των ΗΠΑ» την εμπορική συμφωνία, ενώ ο Τραμπ μιλά για την «μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία που έχει επιτευχθεί ποτέ».
Από πλευράς ΕΕ, ο στόχος της φον ντερ Λάιεν ήταν να αποφευχθεί ένας ολοκληρωτικός εμπορικός πόλεμος και να ενισχυθεί η διατλαντική συνεργασία. Κατά τις Βρυξέλλες, ορισμένα ευρωπαϊκά προϊόντα όπως φάρμακα και αγροδιατροφικά εξαιρούνται προσωρινά από πρόσθετους δασμούς, ενώ τα αυτοκίνητα θα εισέρχονται στις ΗΠΑ με 15% δασμό, αντί 25%, στο ίδιο ύψος με τα ιαπωνικά.
Η καθηγήτρια Βερόνικα Γκριμ από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο Νυρεμβέργης επισημαίνει ότι «το 15% είναι καλύτερο από το 30%, αλλά παραμένει επώδυνος συμβιβασμός» που επιβαρύνει οικονομία και καταναλωτές, και χαιρετίζει την άρση των υπερβολικών δασμών στην αυτοκινητοβιομηχανία.
Ωστόσο, η Γερμανική Ομοσπονδία Βιομηχανιών (BDI), μέσω του Βόλφγκανγκ Νίντερμαρκ, κατηγορεί την ΕΕ για «επώδυνες παραχωρήσεις» και υπογραμμίζει πως ακόμη ένας δασμός 15% θα πλήξει την εξαγωγικά προσανατολισμένη γερμανική βιομηχανία. Επιπλέον, οι υψηλοί δασμοί σε χάλυβα και αλουμίνιο επιδεινώνουν την πίεση σε ήδη δεινή θέση κλάδους, σημειώνει.
Με εισαγωγές άνω των 600 δισ. $ από την Ευρώπη, οι δασμοί 15% αναμένεται να αποφέρουν στις ΗΠΑ περίπου 90 δισ. $ ετησίως. Παρά τις διακηρύξεις για επενδύσεις, αμφιβολίες υπάρχουν σχετικά με το αν η ΕΕ θα καταφέρει να συγκεντρώσει τα 600 δισ. $ επενδύσεων στην αμερικανική αγορά.
Τέλος, η συμφωνία αυξάνει την πολυπλοκότητα σε έναν τομέα όπου μέχρι πρότινος υπήρχε συμπληρωματικότητα μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομικών συστημάτων. Οι Ευρωπαίοι αναλυτές τονίζουν ότι η συμφωνία περιλαμβάνει και πολιτική δέσμευση για αγορά αμερικανικών όπλων ένδειξη ότι η ΕΕ παραμένει δεμένη στον διατλαντικό άξονα, παρά τις αντιφάσεις που επιφέρει για τη στρατηγική της αυτονομία.