Η Γενιά Ζ μπαίνει στον επαγγελματικό στίβο πιο αγχωμένη και απογοητευμένη από ποτέ. Όπως επισημαίνει πρόσφατη ανάλυση των New York Times και του National Bureau of Economic Research, οι εργαζόμενοι κάτω των 25 ετών εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα ψυχικής απελπισίας με τους ανέργους μια τάση που δεν είχε παρατηρηθεί ποτέ μέχρι σήμερα.
Οι νέοι επαγγελματίες περιγράφουν έναν εργασιακό κόσμο υπερβολικά ανταγωνιστικό, απρόσωπο και ελεγχόμενο από αλγορίθμους. Η ψηφιοποίηση της πρόσληψης έχει καταστήσει τις διαδικασίες πιο απρόσωπες: εκατοντάδες αιτήσεις περνούν πρώτα από λογισμικά Τεχνητής Νοημοσύνης, με συνεντεύξεις που συχνά γίνονται αποκλειστικά από bots.
Ακόμα και όταν η εργασία εξασφαλιστεί, η δυστοπία μεταφέρεται στο γραφείο. Οι εργοδότες χρησιμοποιούν εργαλεία παρακολούθησης παραγωγικότητας γνωστά ως bossware που μετρούν πληκτρολογήσεις, κινήσεις και τηλεφωνικές συνδέσεις, δημιουργώντας ένα περιβάλλον μόνιμης επιτήρησης. Οι εργαζόμενοι αισθάνονται πως δεν έχουν κανέναν έλεγχο στον χρόνο ή τον ρυθμό εργασίας τους.
Η έρευνα αποκαλύπτει ότι οι νέοι εργαζόμενοι είναι πλέον εξίσου δυστυχισμένοι με τους ανέργους, καθώς η ψυχική πίεση, η έλλειψη καθοδήγησης και η απουσία προοπτικής εξέλιξης οδηγούν σε γενικευμένη επαγγελματική εξουθένωση. Οι ειδικοί αποδίδουν το φαινόμενο τόσο στη συνεχή έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που καλλιεργούν μη ρεαλιστικές προσδοκίες επιτυχίας, όσο και στη σταδιακή απανθρωποποίηση του εργασιακού περιβάλλοντος.
Η γενιά που γεννήθηκε μέσα στην τεχνολογία βιώνει έτσι μια παράδοξη κρίση: η εργασία, αντί για μέσο αυτοπραγμάτωσης, έχει μετατραπεί σε πηγή άγχους, αποξένωσης και κατάθλιψης.