Το μεγαλύτερο μέρος της διαδικτυακής μας δραστηριότητας δεν βρίσκεται στο ορατό κομμάτι του Internet. Το surface web, δηλαδή οι ιστοσελίδες που βρίσκονται εύκολα μέσω μηχανών αναζήτησης, αντιστοιχεί μόλις στο 5% του συνόλου. Εκεί περιλαμβάνονται ειδησεογραφικά sites, blogs, βίντεο και e-shops, όλα όσα είναι δημόσια προσβάσιμα.
Το υπόλοιπο 95% είναι το deep web, το οποίο χρησιμοποιούμε καθημερινά χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Πρόκειται για κάθε δραστηριότητα που απαιτεί σύνδεση με προσωπικούς κωδικούς, όπως email, online τραπεζικές υπηρεσίες, ιατρικά αρχεία, επαγγελματικοί φάκελοι και προσωπικά μηνύματα στα social media. Είναι ο «ιδιωτικός κόσμος» του διαδικτύου, που προστατεύει τα δεδομένα μας από την κοινή θέα και διασφαλίζει την ιδιωτικότητα.
Μέσα στο deep web υπάρχει ένα πολύ μικρό, καλά κρυμμένο τμήμα, το dark web. Δεν μπορεί κανείς να βρεθεί εκεί τυχαία· απαιτείται ειδικό λογισμικό όπως το Tor, που χρησιμοποιεί διαδοχικά επίπεδα κρυπτογράφησης ώστε να είναι αδύνατος ο εντοπισμός των χρηστών. Το dark web λειτουργεί ως χώρος απόλυτης ανωνυμίας και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για θετικούς σκοπούς, όπως η επικοινωνία δημοσιογράφων και ακτιβιστών σε χώρες με καταπιεστικά καθεστώτα, αλλά και για εγκληματικές δραστηριότητες, όπως αγοραπωλησίες παράνομων αγαθών και δεδομένων.
Εκεί δραστηριοποιούνται επίσης ομάδες με ακραίες πολιτικές απόψεις, θεωρητικοί συνωμοσίας, αλλά και άνθρωποι που απλώς θέλουν να διατηρούν την ανωνυμία τους στο διαδίκτυο. Αν και το dark web δεν είναι από μόνο του παράνομο, η χρήση του συχνά συνδέεται με παρανομίες, γεγονός που το καθιστά ταυτόχρονα εργαλείο ιδιωτικότητας αλλά και πεδίο υψηλού κινδύνου.