Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή στεγαστική κρίση, καθώς σύμφωνα με τη Eurostat τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν το 35,5% του εισοδήματός τους για στέγη, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (19,2%). Η κρίση αποδίδεται σε πολλαπλούς παράγοντες: υψηλά ενοίκια και τιμές πώλησης (22%), χαμηλά εισοδήματα (18%), έλλειψη κοινωνικής κατοικίας (14%), βραχυχρόνιες μισθώσεις (10%), αλλά και σχεδόν 800.000 κενά σπίτια που μένουν ανεκμετάλλευτα.
Σύμφωνα με την έρευνα του Πανελληνίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – ΟΕΚ – ΟΕΕ, η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας το 2012 άφησε τη χώρα με ποσοστό κοινωνικής κατοικίας κάτω από 1%, όταν σε άλλες χώρες φτάνει το 20-30%. Τα αποθεματικά ύψους 3 δισ. ευρώ που κληρονόμησε η ΔΥΠΑ δεν διοχετεύθηκαν σε νέα σπίτια, αλλά σε δημόσιες σχέσεις και αναθέσεις.
Οι κυβερνητικές πολιτικές, όπως τα προγράμματα «Σπίτι μου I & II», όχι μόνο δεν έλυσαν το πρόβλημα, αλλά συνέβαλαν σε περαιτέρω αύξηση τιμών. Μελέτη της ReDataset δείχνει ότι στο πρώτο τετράμηνο του «Σπίτι μου II» οι τιμές ανέβηκαν κατά 1,8%, πάνω από τον γενικό μέσο όρο της αγοράς (1,6%).
Η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο δραματική για τα φτωχά νοικοκυριά, που δαπανούν σχεδόν τα 2/3 του εισοδήματός τους για στέγαση, με την Ελλάδα να έχει το ίδιο επίπεδο στεγαστικής επιβάρυνσης με τα φτωχότερα νοικοκυριά της Ευρώπης. Το 52% των ενοικιαστών πληρώνει πάνω από το 30% του εισοδήματός του για ενοίκιο, ενώ για όσους έχουν διαθέσιμο εισόδημα κάτω από 1.450 ευρώ, η επιβάρυνση φτάνει το 60%.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση προωθεί σχέδιο δημιουργίας 53.880 κοινωνικών κατοικιών μέσω συνεργασίας με εργολάβους, οι οποίοι θα αποκτήσουν μέχρι και το 70% των νέων ακινήτων που θα ανεγερθούν σε δημόσια οικόπεδα. Οι επικριτές τονίζουν ότι το μοντέλο αυτό ωφελεί κυρίως τους κατασκευαστές, ενώ η έλλειψη άμεσων και ουσιαστικών πολιτικών επιδεινώνει το πρόβλημα.
Η χώρα παραμένει στην κορυφή της Ευρώπης σε κόστος στέγασης, με τη στεγαστική κρίση να αποτελεί πλέον κοινωνικό και δημογραφικό αδιέξοδο, σε μια περίοδο που τα εισοδήματα βρίσκονται στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.