Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα πολιτική και οικονομική καταιγίδα, με το δημόσιο χρέος να έχει εκτοξευθεί στο 114% του ΑΕΠ και το έλλειμμα να ξεπερνά το 6%. Ο πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού επιχειρεί να επιβάλει έναν σκληρό προϋπολογισμό με περικοπές 44 δισ. ευρώ, αλλά οι πιθανότητες πολιτικής επιβίωσης είναι ελάχιστες. Η χώρα έχει φτάσει σε σημείο όπου το χρέος αυξάνεται κατά 300.000 ευρώ το λεπτό, ενώ μόνο οι τόκοι αναμένεται να ξεπεράσουν τα 100 δισ. ευρώ μέχρι το 2029.
Το συνολικό δημόσιο χρέος ανέρχεται σε 3,34 τρισ. ευρώ, αυξημένο κατά 1 τρισ. από την έναρξη της προεδρίας Μακρόν το 2017. Ο ίδιος κατηγορείται ότι διόγκωσε τις δημόσιες δαπάνες στο 58% του ΑΕΠ, το υψηλότερο στην ευρωζώνη, χωρίς αντίστοιχο όφελος. Οικονομολόγοι χαρακτηρίζουν την κατάσταση «κατάρα του χρέους», με τη χώρα να έχει χάσει την οικονομική της ευελιξία και να βρίσκεται πλέον έρμαιο των διεθνών αγορών.
Η απώλεια εμπιστοσύνης αποτυπώνεται και στη στάση των επενδυτών, οι οποίοι απομακρύνονται από τη Γαλλία, στρεφόμενοι ακόμη και προς την Ιταλία. Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων έχουν εκτιναχθεί στο 3,5%, ξεπερνώντας την Πορτογαλία και την Ελλάδα και αγγίζοντας τα ιταλικά επίπεδα. Ο υπουργός Οικονομίας Έρικ Λομπάρντ προειδοποίησε ότι η χώρα σύντομα θα πληρώνει περισσότερα από την Ιταλία.
Τα μέτρα που προτείνει η κυβέρνηση, όπως η κατάργηση δύο αργιών ή η μη ανανέωση συμβάσεων στο Δημόσιο, θεωρούνται ανεπαρκή. Ο κίνδυνος φαύλου κύκλου είναι ορατός: υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου αυξάνουν τις αποδόσεις, το χρέος διογκώνεται και η Γαλλία μπαίνει σε τροχιά αστάθειας. Η πολιτική κρίση, σε συνδυασμό με τις οικονομικές πιέσεις, εντείνει το ενδεχόμενο προσφυγής στο ΔΝΤ, σενάριο πρωτόγνωρο για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης.