Στη δευτερολογία του κατά την ειδική συζήτηση για την εξωτερική πολιτική, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε στην κριτική της αντιπολίτευσης για ελληνοτουρκικά και Μεσανατολικό, ζητώντας τήρηση των κοινοβουλευτικών κανόνων και «αυτοδέσμευση» στους χρόνους ομιλίας. Αναφέρθηκε και στην ψηφοφορία για το εργασιακό, σημειώνοντας ότι «πολλά άρθρα υπερψηφίστηκαν ευρέως», ενώ για τη δίκη των Τεμπών επανέλαβε ότι έχει προσδιοριστεί να ξεκινήσει τον Μάρτιο του 2026, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι «θα αποδοθεί δικαιοσύνη».
Για τη Μέση Ανατολή, υπογράμμισε ότι η αρχική αιτία της κρίσης ήταν η επίθεση της Χαμάς και ότι η ισραηλινή αντίδραση «υπερέβη όρια», επιμένοντας στη γραμμή κατάπαυσης πυρός και απελευθέρωσης ομήρων με προοπτική μόνιμης ειρήνης. Σε ερώτηση για τη στάση του έναντι του Ντόναλντ Τραμπ, ανέφερε ότι οι ΗΠΑ παραμένουν στρατηγικός εταίρος και ότι οφείλει να προασπίζεται τα ελληνικά συμφέροντα ανεξαρτήτως ύφους της εκάστοτε αμερικανικής ηγεσίας.
Στα ελληνοτουρκικά εξήγησε την αναβολή συνάντησης με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Νέα Υόρκη ως «συνήθη πρακτική» σε πολυμερή περιβάλλοντα και προανήγγειλε νέα συνάντηση. Τόνισε ότι η πολιτική «ήρεμων νερών» συνεχίζεται, ότι μοναδική διαφορά παραμένει η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ, και συνέδεσε ρητά τυχόν συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE με άρση του casus belli και τερματισμό αμφισβητήσεων (γκρίζες ζώνες).
Αναφερόμενος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και το μεταναστευτικό, ζήτησε έμφαση στη φύλαξη των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε. και ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής διάστασης. Για τα ελληνικά εξοπλιστικά διαβεβαίωσε ότι δεν τίθεται δημοσιονομικός κίνδυνος, δηλώνοντας: «Δαπανούμε το 3% του ΑΕΠ για την άμυνα — και ορθώς», στο πλαίσιο της διατήρησης ισχυρής αποτρεπτικής ικανότητας.