Επικαιρότητα |

07.09.25 16:02

Μητσοτάκης από τη ΔΕΘ: Καμία αλλαγή εκλογικού νόμου, εκλογές το 2027 – μηνύματα σε «δελφίνους»

Διαψεύδει πρόωρες κάλπες και αλλαγή εκλογικού νόμου, στοχεύει τρίτη θητεία, εκλογές το 2027, μηνύματα σε Καραμανλή–Σαμαρά.

Κυριάκος Μητσοτάκης
Newsroom

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη συνέντευξη Τύπου στο πλαίσιο της 89ης ΔΕΘ, διέψευσε τα σενάρια πρόωρων εκλογών και αλλαγής του εκλογικού νόμου για ενίσχυση της αυτοδυναμίας της ΝΔ, στέλνοντας παράλληλα μήνυμα στους «δελφίνους» ότι δεν πρόκειται να αλλάξει αρχηγός εν κινήσει ούτε να δοθεί «δαχτυλίδι» διαδοχής όσο ο ίδιος είναι πρωθυπουργός, σε αντίθεση με όσα είχαν συμβεί το 2004 με τον Κώστα Σημίτη και τον Γιώργο Παπανδρέου. Επανέλαβε ότι θα διεκδικήσει τρίτη θητεία, σημειώνοντας πως «δεν με πήραν και τα χρόνια», χωρίς να έχει, όπως είπε, «ψύχωση» με την παραμονή στην εξουσία. Τόνισε ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027 και πως δεν θα πατήσει φρένο στις μεταρρυθμίσεις με το βλέμμα στις κάλπες, καθώς προσδοκά ότι στο τέλος της τετραετίας οι πολίτες θα αξιολογήσουν θετικά το κυβερνητικό έργο.

Αναφερόμενος στην οικονομία και την αγορά εργασίας, παρουσίασε θετική εικόνα και υπερασπίστηκε την κυβερνητική πολιτική, συμπεριλαμβανομένου του νομοσχεδίου που επιτρέπει εργάσιμο χρόνο έως 13 ώρες ημερησίως σε συγκεκριμένα πλαίσια, ενώ διαφύλαξε τη μη επαναφορά 13ου μισθού στο Δημόσιο αφήνοντας ωστόσο ανοικτό ότι το θέμα μπορεί να επανεξεταστεί στο μέλλον εφόσον αποδίδει η πολιτική αύξησης των δημοσίων εσόδων. Επέμεινε ότι η μείωση φόρων είναι πιο αποτελεσματική για την ακρίβεια και το δημογραφικό, ενώ χαρακτήρισε τη φορολογική μεταρρύθμιση που ανακοίνωσε «την πιο τολμηρή» της μεταπολίτευσης, με διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο 1,7 δισ. ευρώ. Για τον 13ο μισθό εκτίμησε κόστος 1,3–1,4 δισ. ευρώ και ξεκαθάρισε ότι όποιος θεωρεί πως το πλεόνασμα πρέπει να κατευθυνθεί εκεί «να το πει».

Περιέγραψε στοχεύσεις στήριξης οικογενειών με παιδιά και νέων, διευκρινίζοντας ότι οι μισθωτοί θα δουν τη βελτίωση στο εισόδημα από την πρώτη μισθοδοσία του επόμενου έτους και κάθε μήνα. Υπογράμμισε ότι υπάρχουν μόνιμα μέτρα ύψους 1,5 δισ. ευρώ που δεν έχουν ακόμα γίνει αισθητά σε όλους, ενώ για την ακρίβεια ανέφερε πως ο σωρευτικός πληθωρισμός στην Ελλάδα είναι χαμηλότερος από της Ευρώπης, οι τιμές τροφίμων εμφανίζουν βελτίωση, η χονδρική τιμή ρεύματος είναι φέτος πολύ χαμηλότερη και απαιτείται οι μειώσεις να περνούν στη λιανική, με την κυβέρνηση έτοιμη να παρέμβει αν χρειαστεί.

Στο πολιτικό πεδίο, έκανε έμμεσο άνοιγμα προς τους πρώην πρωθυπουργούς Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, μιλώντας για τη Νέα Δημοκρατία ως «τη μόνη δύναμη σταθερότητας» που «κρατά το εθνικό σκάφος ασφαλές», ενώ, για το ενδεχόμενο νέου κόμματος από τον κ. Σαμαρά, επισήμανε ανθρώπινα τη βαριά απώλειά του και ζήτησε σεβασμό. Σχετικά με τον Αλέξη Τσίπρα, σχολίασε το «rebranding», κατηγορώντας τον ότι ζητά αυτοκριτική από τους πολίτες αντί να κάνει ο ίδιος για τις δύο συντριπτικές ήττες, μιλώντας και για «συμφέροντα» και «χρυσούς χορηγούς» που τον στηρίζουν. Διαβεβαίωσε ότι δεν τον απασχολούν οι «ετικέτες» (δεξιός, κεντροδεξιός, κεντρώος), επιμένοντας σε πολιτική οικονομικά φιλελεύθερη, κοινωνικά δίκαιη και υπεύθυνα πατριωτική.

Για τον εκλογικό νόμο ξεκαθάρισε ότι «δεν έχει καμία απολύτως πρόθεση» να τον αλλάξει και ότι πιστεύει στις μονοκομματικές κυβερνήσεις, με την αυτοδυναμία να είχε φανεί δύσκολη και πριν από τις εκλογές του 2023. Τόνισε πως «κανείς δεν γνωρίζει» το τοπίο του 2027, άρα ερωτήματα για μετεκλογικές συνεργασίες δεν μπορούν τώρα να απαντηθούν. Αναφερόμενος στις δημοσκοπήσεις, είπε ότι η ΝΔ «παρά τη φθορά» παραμένει κυρίαρχη, με στόχο την εκ νέου πειθώ μιας «σιωπηλής πλειοψηφίας».

Για το στεγαστικό ζήτημα, μίλησε για πρόβλημα που προέκυψε σε αναπτυσσόμενη οικονομία και παρουσίασε «συγκροτημένο πρόγραμμα» άνω των 6 δισ. ευρώ. Ανέφερε ότι τα «Σπίτι μου 1» και «Σπίτι μου 2» έδωσαν δυνατότητα απόκτησης κατοικίας σε 30.000 πολίτες, ότι ο περιορισμός νέων βραχυχρόνιων μισθώσεων στο κέντρο της Αθήνας φαίνεται να αποδίδει και ότι είναι ανοικτός σε επέκτασή του. Μίλησε για αξιοποίηση κλειστών διαμερισμάτων και δημόσιας ακίνητης περιουσίας, επιδότηση ενοικίου νέων, ενώ πρότεινε τη συγκατοίκηση –όπως συνηθίζεται στο εξωτερικό και όπως ο ίδιος έχει κάνει– και για φοιτητές και για νέους γονείς, ώστε να μειωθούν τα ενοίκια.

Στην εκπαίδευση, υπερασπίστηκε τα μη κερδοσκοπικά μη κρατικά πανεπιστήμια ως μεταρρύθμιση «ταυτοτικού χαρακτήρα» για τη ΝΔ, με αυστηρά κριτήρια και ισχυρό αναπτυξιακό πρόσημο, επισημαίνοντας συνεργασίες Χάρβαρντ και Γέιλ με ελληνικά δημόσια ΑΕΙ και την ενισχυμένη εξωστρέφεια. Υπογράμμισε ότι η χρονιά ξεκινά χωρίς καμία κατάληψη, ότι δεν συζητείται κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων και ότι στόχος είναι το Λύκειο να αναδειχθεί σε αυτοτελή εκπαιδευτικό πόλο. Εξέφρασε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαιδευτική διαδικασία, τόσο ως ευκαιρία όσο και ως πρόκληση.

Για το μεταναστευτικό, έκανε ανασκόπηση από το 2019, υποστηρίζοντας ότι η ΕΕ έχει «ταυτιστεί απόλυτα» με τις ελληνικές θέσεις για φύλαξη συνόρων και αντιμετώπιση διακινητών. Χαρακτήρισε αποτελεσματική την προσωρινή αναστολή εξέτασης βίζας από τη Λιβύη, πρόσθεσε ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση για ενδεχόμενη αναστολή αιτήσεων ασύλου από τη Λιβύη και προανήγγειλε νομοσχέδιο για οργανωμένη, νόμιμη μετανάστευση τους επόμενους μήνες.

Στο πεδίο των διασυνδέσεων ενέργειας, περιέγραψε ως «μεγάλη εικόνα» την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο –η οποία, ως ενεργειακά απομονωμένη, έχει επιλεγεί από την ΕΕ– ξεκαθαρίζοντας ότι επιθυμία της Αθήνας είναι το έργο να ξεκινήσει και να ολοκληρωθεί, με την προϋπόθεση η Λευκωσία να αποδείξει έμπρακτα ότι το θέλει. Ανέφερε επιπλέον τις διασυνδέσεις με Κρήτη, Δωδεκάνησα και Αίγυπτο. Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, δήλωσε ότι επιδιώκει «ήρεμα νερά» από θέση ισχύος και αυτοπεποίθησης, υπενθυμίζοντας ότι ο σχεδιασμός της Ελλάδας «δεν υπόκειται στην έγκριση της Τουρκίας», πως θα διατηρεί ανοικτούς και ειλικρινείς διαύλους με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ότι όσο υπάρχει το casus belli η Τουρκία δεν θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα Safe.

Σε ζητήματα ασφάλειας και τάξης, μίλησε για καθημερινές νίκες απέναντι στην παραβατικότητα, αναφερόμενος σε επιτυχίες του «ελληνικού FBI» σε πολλούς τομείς, αλλά και στην ανάγκη αντιμετώπισης διαφθοράς στο Δημόσιο και παραβατικότητας στον δρόμο, έως και το γεγονός ότι δεν υπάρχει ενεργή κατάληψη σε καμία πανεπιστημιακή Σχολή. Για τις πυρκαγιές, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει διαθέσει πάνω από 300 εκατ. ευρώ για πρόληψη και προστασία, ότι φέτος στην Ευρώπη κάηκαν τετραπλάσιες εκτάσεις από τον μέσο όρο 20ετίας, ενώ στην Ελλάδα τα ποσοστά ήταν παρόμοια ή λίγο χαμηλότερα· υπερασπίστηκε το 112, ξεκαθαρίζοντας ότι η πολιτική πολιτικής προστασίας δεν εξαντλείται στις εκκενώσεις.

Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ μίλησε για διαχρονικό ζήτημα που δεν μπορεί να χρεωθεί μόνο σε μία κυβέρνηση, ανέλαβε όμως «ακέραια» την ευθύνη ότι η εξυγίανση δεν πέτυχε όσο θα επιθυμούσε στα έξι χρόνια διακυβέρνησης και υπογράμμισε ότι «εξακολουθεί να πιστεύει» στο επιτελικό κράτος. Σχετικά με Τέμπη, είπε ότι «σκύβει το κεφάλι» για την τραγωδία, επικαλέστηκε τα τελικά πορίσματα για τη «συμμαχία του ξυλολίου» και κατηγόρησε όσους «εργαλειοποίησαν» τον πόνο των συγγενών, καλώντας σε αυτοκριτική. Για τους συνταξιούχους, μίλησε για κατάργηση της προσωπικής διαφοράς σε δύο χρόνια, μονιμοποίηση του έκτακτου βοηθήματος των 250 ευρώ, ωφέλεια όλων από μειώσεις φόρου και για πάνω από 250.000 συνταξιούχους που εργάζονται νόμιμα. Απέκλεισε σενάρια επιστροφής του Γρηγόρη Δημητριάδη.

Σε διεθνή και ευρωπαϊκά ζητήματα, ανέφερε ότι η στάση της Ελλάδας στον πόλεμο της Ουκρανίας υπηρετεί τον πυρήνα των εθνικών συμφερόντων, θυμίζοντας το «τραύμα της Κύπρου», και ότι η χώρα δεν θα απομονωθεί γεωπολιτικά. Για τη Γάζα τόνισε τη στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, την επιμονή στη λύση δύο κρατών, την ανάγκη να σταματήσει η ανθρωπιστική κρίση και την πρόθεση αναγνώρισης του κράτους της Παλαιστίνης «με ερώτημα το πότε και το πώς». Για τη Γαλλία εξέφρασε ανησυχία για την πολιτική αστάθεια, σημείωσε ότι δανείζεται ακριβότερα από την Ελλάδα και υπογράμμισε τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας· ανέφερε ότι επιδιώκεται ανανέωση της στρατηγικής διμερούς συμφωνίας.

Σε θέματα ανάπτυξης, επενδύσεων και εξαγωγών, είπε ότι η Ελλάδα τρέχει υψηλότερους ρυθμούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και παραμένει ελκυστικός επενδυτικός προορισμός, εκφράζοντας θετική άποψη για πιθανή επέκταση ελληνικής τράπεζας με εξαγορά στο εξωτερικό. Για τη Δυτική Θεσσαλονίκη μίλησε για σημαντικά έργα υποδομής και προαστιακό προς Σίνδο «πολύ σύντομα». Για τη Μονή Σινά είπε ότι το εκκλησιαστικό ζήτημα βαίνει προς επίλυση με τη συνδρομή της ελληνικής κυβέρνησης, ότι δρομολογείται διαδοχή με βούληση του αρχιεπισκόπου και ότι δεν αλλάζει ο ελληνορθόδοξος χαρακτήρας· αναφέρθηκε και στη στρατηγική σχέση με την Αίγυπτο και σε συμφωνία που δεν απέχει πολύ.

Στον πρωτογενή τομέα, χαρακτήρισε την Ελλάδα πλεονασματική στις εξαγωγές, προκρίνοντας περισσότερες ομάδες παραγωγών, συνεργατικά σχήματα, τεχνολογία και εκπαίδευση, ενώ για το νερό μίλησε για «δύσκολες αποφάσεις» υπαρξιακής σημασίας. Για τα νησιά, αναφέρθηκε στη μείωση ΦΠΑ, ενώ για τον Έβρο σε ειδικό πλαίσιο με σημαντικά έργα. Επανέλαβε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι ανυπόστατο και άκυρο, χωρίς έννομα αποτελέσματα, με την Ελλάδα να ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα «στο πεδίο» και να βρίσκεται σε επαφή και με τις δύο πλευρές της Λιβύης. Για τις ΜμΕ είπε ότι μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας καταβάλλεται προσπάθεια να διοχετευθούν δάνεια.

Απαντώντας για την κοινωνική πολιτική και τις διακοπές, αμφισβήτησε την εικόνα ότι το 46% των Ελλήνων δεν αντέχει οικονομικά μία εβδομάδα διακοπών, υπενθυμίζοντας ότι το 2008 το ποσοστό ήταν 50%, και παρέπεμψε σε προγράμματα κοινωνικού τουρισμού, επέκταση περιόδου, συγκράτηση ακτοπλοϊκών εισιτηρίων και ύπαρξη προορισμών με διαχειρίσιμο κόστος. Κλείνοντας, σημείωσε ότι τα λάθη θα τα κρίνουν οι πολίτες, ότι δεν πρόκειται να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα για προεκλογικές ματαιοδοξίες και ότι «ταμείο» θα γίνει το 2027, οπότε οι δεσμεύσεις του 2023 θα συγκριθούν με το τελικό αποτέλεσμα. Για τα σενάρια εσωκομματικής διαδοχής πριν από εκλογές απάντησε «αστειεύεστε φαντάζομαι», υπενθυμίζοντας την ισχυρή λαϊκή νομιμοποίηση και τη σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.