Η Αθήνα επιχειρεί να αποκλιμακώσει την ένταση με τη Λευκωσία για το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, διαμηνύοντας παράλληλα ότι η συνέχιση του Great Sea Interconnector (GSI) προϋποθέτει δύο βασικούς όρους: την επίλυση των οικονομικοτεχνικών εκκρεμοτήτων και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του από την κυπριακή πλευρά.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης τόνισε ότι η σχέση των δύο χωρών παραμένει ισχυρή, υπογραμμίζοντας πως «δεν πρόκειται να διαταραχθεί εξαιτίας ενός έργου». Ανέφερε επίσης πως η κυβέρνηση στηρίζει απόλυτα την κοινή διεκδίκηση των συμφερόντων Ελλάδας και Κύπρου, ενώ διέψευσε τα σενάρια περί «πανικού» μετά τις δηλώσεις του προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τον ΑΔΜΗΕ «εκβιαστή».
Η Αθήνα απορρίπτει την πιθανότητα αλλαγής διοίκησης στον ΑΔΜΗΕ, με τον Μαρινάκη να τονίζει ότι «το ελληνικό δημόσιο, που κατέχει το 51%, δεν εκβιάζει κανέναν». Παράλληλα, παρέπεμψε στις δηλώσεις του Κύπριου προέδρου, ο οποίος το πρωί της Δευτέρας υιοθέτησε ηπιότερη στάση, σημειώνοντας πως οι διαφωνίες δεν επηρεάζουν τη συνολική συνεργασία των δύο χωρών.
Κεντρικό ζήτημα παραμένει ο οικονομικός επιμερισμός του έργου. Όπως εξήγησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, η ελληνική πλευρά έχει ήδη επενδύσει 300 εκατ. ευρώ και ζητά δίκαιη κατανομή των δαπανών, ξεκαθαρίζοντας ότι «δεν μπορεί να πληρώσει μόνο η μία πλευρά». Ο ΑΔΜΗΕ διευκρίνισε πως διεκδικεί την αναγνώριση των επενδυτικών δαπανών του από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ), η οποία αναγνώρισε μέχρι στιγμής μόνο 82 εκατ. ευρώ από τα 251 εκατ. που έχουν πραγματοποιηθεί.
Παρά τις διαφωνίες, η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί το έργο κομβικό για την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου και επισημαίνει ότι η υπόθεση που ερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν αφορά στην ελληνική πλευρά. «Το GSI είναι στρατηγικής σημασίας για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μαρινάκης, τονίζοντας πως η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου παραμένει σταθερή και παραγωγική.