Επικαιρότητα |

20.08.25 18:15

Επτά χρόνια εκτός μνημονίων: Τα πλεονάσματα, οι φόροι και η πραγματικότητα των νοικοκυριών

Η Ελλάδα πέτυχε δημοσιονομική ανάκαμψη και μείωση χρέους, αλλά οι πολίτες συνεχίζουν να βιώνουν υψηλή φορολογία και περιορισμένη αγοραστική δύναμη.

An alt text
Newsroom

Η Ελλάδα συμπληρώνει επτά χρόνια εκτός μνημονίων, μια περίοδο κατά την οποία σημειώθηκαν ουσιαστικές βελτιώσεις στα δημοσιονομικά μεγέθη, αλλά η κοινωνία συνέχισε να βιώνει έντονη οικονομική πίεση. Η χώρα επέστρεψε σε ρυθμούς ανάπτυξης, κατέγραψε πρωτογενή πλεονάσματα και πέτυχε σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, χάρη κυρίως στην ευνοϊκή ρύθμιση του 2018 και στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

Καθοριστικό ρόλο στην ανάκαμψη διαδραμάτισαν οι φοροελαφρύνσεις. Η μείωση του κατώτατου συντελεστή φορολογίας εισοδήματος, οι αυξήσεις στα αφορολόγητα όρια, η μείωση του ΕΝΦΙΑ, η κατάργηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και του τέλους επιτηδεύματος, η αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά και το «ξεπάγωμα» μισθών και συντάξεων βελτίωσαν το διαθέσιμο εισόδημα και τόνωσαν την οικονομική δραστηριότητα.

Ωστόσο, οι αρνητικές όψεις της μεταμνημονιακής επταετίας είναι έντονες. Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ και ΕΦΚ διατηρήθηκαν στα μνημονιακά επίπεδα, επιβαρύνοντας την κατανάλωση και εκτοξεύοντας τα έσοδα από έμμεσους φόρους. Παράλληλα, η μη τιμαριθμοποίηση των φορολογικών κλιμακίων και η επιβολή αντικειμενικών κριτηρίων φορολόγησης από το 2023 αύξησαν υπερβολικά τη φορολογική επιβάρυνση, οδηγώντας σε επιπλέον έσοδα 7,7 δισ. ευρώ για το Δημόσιο την περίοδο 2018–2024.

Στο επενδυτικό πεδίο σημειώθηκε πρόοδος με τη στήριξη ευρωπαϊκών προγραμμάτων και τραπεζικών δανείων, με τις επενδύσεις να φτάνουν το 14,7% του ΑΕΠ το 2024, αν και εξακολουθούν να απέχουν από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η εθνική αποταμίευση παραμένει χαμηλή, ενώ η αποταμίευση των νοικοκυριών παραμένει αρνητική, σε αντίθεση με τις θετικές επιδόσεις των ευρωπαϊκών χωρών.

Την ίδια στιγμή, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων συνεχίζει να υπολείπεται κατά 30% του μέσου όρου της Ε.Ε., με τη χώρα να κατατάσσεται στην προτελευταία θέση. Έτσι, το «success story» των δημοσιονομικών στοιχείων δεν αντανακλάται ισότιμα στην καθημερινότητα των πολιτών, όπου οι πιέσεις παραμένουν έντονες.