Το «βουνό» των οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες εξακολουθεί να αποτελεί μόνιμο πρόβλημα για την ελληνική οικονομία, περιλαμβάνοντας χρέη προς προμηθευτές, εκκρεμείς συντάξεις και καθυστερημένες επιστροφές φόρων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στο τέλος Ιουνίου 2025 οι συνολικές ανεξόφλητες υποχρεώσεις ξεπέρασαν τα 3,6 δισ. ευρώ, με τα δημόσια νοσοκομεία να κατέχουν τη μερίδα του λέοντος.
Οι οφειλές των νοσοκομείων ανέρχονται σε 1,599 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 435 εκατ. από την αρχή του έτους, χωρίς να έχει συνυπολογιστεί πλήρως ο συμψηφισμός με τα ποσά rebate και clawback που επιστρέφουν οι προμηθευτές Υγείας. Η Κομισιόν έχει επανειλημμένα επισημάνει το ζήτημα, ενώ η Ελλάδα έχει ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της ΕΕ για παραβίαση της κοινοτικής οδηγίας που ορίζει προθεσμία 60 ημερών για πληρωμές των δημόσιων φορέων υγείας.
Τα ασφαλιστικά ταμεία χρωστούν 612 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω καθυστερήσεων στην έκδοση συντάξεων, ποσό αυξημένο κατά 27 εκατ. σε σχέση με το τέλος του 2024. Οι οφειλές των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης φτάνουν τα 264 εκατ., αυξημένες κατά 33 εκατ. από τον Ιανουάριο, ενώ τα χρέη των νομικών προσώπων του Δημοσίου μειώθηκαν ελαφρά στα 222 εκατ. ευρώ.
Σημαντικό μέρος των ληξιπρόθεσμων αφορά εκκρεμείς επιστροφές φόρων ύψους 722 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 72 εκατ. μέσα σε έναν μήνα. Από αυτές, 330 εκατ. καθυστερούν πάνω από 90 ημέρες, 392 εκατ. εκκρεμούν για μικρότερο διάστημα, 200 εκατ. δεν αποδίδονται λόγω ελλιπών δικαιολογητικών ή αδυναμίας επικοινωνίας, ενώ 206 εκατ. παραμένουν αδιάθετα καθώς η ΑΑΔΕ αναζητά τους δικαιούχους.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι, παρά κάποιες βελτιώσεις σε επιμέρους τομείς, η έγκαιρη εξόφληση των ιδιωτών εξακολουθεί να αποτελεί ανοιχτή πληγή για το κράτος και την αγορά.