Ενώπιον του δικαστηρίου ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μαρέδης αρνήθηκε ότι εξανάγκασε τη Ζέττα Μακρή, υποστηρίζοντας πως εκείνη διέλυσε την επαγγελματική και προσωπική του ζωή. «Ουδέποτε παρεξέκλινα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας στην πορεία μου», τόνισε, προσθέτοντας ότι οι καταγγελίες είναι αναληθείς και ότι όσα φερόταν να ζητούσε αφορούσαν ρουσφέτια για συνανθρώπους του.
Ο κ. Μαρέδης σημείωσε επίσης ότι η κα Μακρή «δεν με κοιτάζει καν στα μάτια» και ότι εκείνη «την είχα σαν μητέρα μου».
Κατέθεσε πως στις 05.06.2025, μέσω της γραμματέως της, είδε πρόσκληση σε καφετέρια στο Κολωνάκι, όπου εκείνη του ζήτησε να διακόψει τα δυσμενή σχόλια και του πρότεινε οικονομική αμοιβή. «Μου είπε: “Πόσα θέλεις;”». Εκείνος απάντησε ότι δεν επιθυμεί ούτε ένα ευρώ και ότι επιδίωκε μόνο να κατοχυρωθούν οι νόμιμες κρατικές ενισχύσεις στα μέσα.
Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, η συζήτησή τους πέρασε σε αμήχανη φάση όταν η κα Μακρή σκέφτηκε να μεταβιβάσει χρήματα σε αυτόν μέσω διαφημιζόμενου. «Δεν μπορώ να φανταστώ ότι το είχε προγραμματίσει για παγίδευση», είπε.
Στη δίκη ανέφερε πως δεν συζήτησαν ποτέ ποσό· τα 15.000 € εμφανίστηκαν πρώτη φορά στην κατάθεσή της. Ο γιος της, όπως είπε, ζήτησε να ανέβουν από 10.000 € σε 15.000 €. Τόνισε πως εκείνος δεν οργάνωσε το ραντεβού, την κάλεσε ο ίδιος στις 6 Ιουνίου για μια επιτυχημένη ραδιοφωνική συνέντευξη και μετά δεν επικοινώνησαν.
Σε μεταγενέστερη συνάντηση στον Βόλο, παρέλαβε φάκελο με 5.000 € από την κα Μακρή· «άνοιξα αμέσως τιμολόγιο», είπε, «δεν άνοιξα τον φάκελο, δεν είδα τα λεφτά. Δεν πρόλαβαν να περάσουν τρία δευτερόλεπτα και έφυγε σαν κλέφτης».
Λίγο αργότερα αστυνομικός τον πλησίασε για κατάθεση, καθώς είχε γίνει η καταγγελία. Ο κ. Μαρέδης ισχυρίστηκε πως η βουλευτής τον θεωρούσε πολιτικό αντίπαλο και ήθελε να τον εξουδετερώσει: «Δεν δίστασε να διαλύσει εμένα και την οικογένειά μου».
Από την εμπλοκή αυτή, υποστήριξε, έχασε τη δουλειά του, παραιτήθηκε από την κύρια θέση του και δεν μπορεί να συντηρήσει το παιδί του· «Μου κατέστρεψε τη ζωή αδίστακτα», κατέληξε.
Από την πλευρά της, η κα Μακρή δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Εγώ ξέρω ότι είχα υποχρέωση να προσφύγω στη Δικαιοσύνη, είχα υποχρέωση να πω την αλήθεια κι αυτό είναι όλο. Το δικαστήριο θα αποφασίσει και έχω πλήρη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη».